Το όραμα του Κολοκοτρώνη
Εκεί κοντά στην εκκλησιά σταμάτησε ο Γέρος Κοίταξε γύρω… ερημιά. Ήσυχο κι άγριο μέρος. Τ’ άλογο στρέφει τη ματιά στο νιόβγαλτο χορτάρι. Τ’ αφήνει ο Γέρος κι ακουμπά σε ριζιμιό λιθάρι. Στην πέτρα κάθεται βαρύς λίγη γαλήνη να βρει. Μα η έννοια πάνω του κυλά βαριά και μαύρη. «… Έρμη πατρίδα» λέει αργά. Στενάζει και δακρύζει κι ύστερα: «βόηθα Παναγιά» με πόνο μουρμουρίζει. Περνά η ώρα… Σκέπτεται… και αποσταμένος γέρνει. Κι εκεί στην πέτρα η κούραση ύπνο κλεφτό του φέρνει. Και τότε βλέπει το όραμα… Μεσ’ απ’ την εκκλησιά προβαίνει Εκείνη ολόφωτη με άσπρη φορεσιά. Γαλήνιο το βλέμμα της μαζί και αυστηρόΚαι πάει κοντά στο γέροντα με βήμα σταθερό – Ε, γέρο, λέει με ήρεμη κι αγγελική φωνή, κρίμα βαρύ τη μοίρα άνδρας να θρηνεί. Δεν είσαι συ για να θρηνείς. Σήκω λοιπόν και τράβα. Κι ας γίνει ο νους σου αστραπή και η ψυχή σου λάβα. Μέγας αγώνας σε καλεί. Εμπρός λοιπόν, προχώρα! Και στο πλευρό σου θα σταθεί ένας λαός, μια χώρα. Σαστίζει ο Γέρος, με στηλά στα μάτια την κοιτάζει και μες σε θάμπος ...