Οι κεκοιμημένοι συγγενείς μας ωφελούνται από τις ελεημοσύνες μας.
Οι κεκοιμημένοι συγγενείς μας ωφελούνται από τις ελεημοσύνες μας. Κάποιος κτυπάει τήν πόρτα της. Βγαίνει νά δῆ. Ἄ, ἡ κυρά Μαρία! Eἶναι μία ἀπ᾽ τίς γιαγιάδες πού ζητιανεύουν. —Κόπιασε μέσα, κυρά-Μαρία, κάθησε. Ἡ γυναίκα κάθησε στόν πάγκο. —Νά σοῦ ψήσω ἕνα καφέ, μά τί καφέ! Ἀπό καβουρδισμένα καί ἀλεσμένα κουκούτσια χαρουπιοῦ. Ἔχει καί λιγουλάκι ἀληθινό μέσα. Σέ λίγο ὁ παράξενος καφές εἶναι ἕτοιμος. Ἔχει καί λίγες ἐλίτσες καί παξιμάδια ἀπό κουραμάνα. Ἡ γυναίκα ἤπιε τόν καφέ καί ἔφαγε μέ ὅρεξι. Εἶπε χίλια “φχαριστῶ” καί ἔφυγε. Ἡ Πελαγία βάλθηκε νά κάνη τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ. Τό μεσημέρι ἔνιωσε κουρασμένη καί ξάπλωσε. Τά βλέφαρα βάρυναν καί ἀποκοιμήθηκε. Στόν ὕπνο της εἶδε ὅτι εἶχε βγεῖ ἔξω καί συνάντησε κάπου τό μακαρίτη τόν ἄνδρα της. —Ποῦ πᾶς, Μανώλη μου; Δέν θά ᾽ρθης στό σπίτι νά φᾶς; —Ὄχι, γυναίκα, εἶμαι χορτάτος. Πέρασα ἀπ᾽ τό σπίτι, ἤπια τόν καφέ ἀπό κουκουτσάλευρο καί ἔφαγα τό παξιμάδι μέ τίς ἐλιές. Εἶμαι πλήρης!... (...) Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί ἄλλη φορά. Εἶναι περασμ...