Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Κεκοιμημένοι

Μιά μέρα ένας ιερομόναχος διαβάζοντας πολλά ονόματα κουράστηκε καί αναρωτήθηκε: Άραγε σώζονται αυτοί τούς οποίους μνημονεύω;

Εικόνα
 Μιά μέρα ένας ιερομόναχος διαβάζοντας πολλά ονόματα κουράστηκε καί αναρωτήθηκε: Άραγε σώζονται αυτοί τούς οποίους μνημονεύω;  Νοιώθουν τίποτε; Άραγε ό ουρανὀς αντιλαμβάνεται ότι τώρα εγώ προσεύχομαι γι’ αυτούς πού έφυγαν από τήν παρούσα γή; Βοηθούνται άραγε οί νεκροί; Καί τήν ώρα εκείνη, όπως ήταν κουρασμένος, στηρίχθηκε στό στασίδι του, έκλεισε λίγο τά μάτια του, καί ανάμεσα σέ ύπνο καί ξύπνιο, σέ μιά εγρήγορση τού νού του αλλά καί κόπωση τής σάρκας, σηκώνει τά μάτια επάνω καί βλέπει, βλέπει. Πώ!, πώ! Τί γίνεται εκεί; Πνεύματα κεκοιμημένων αναρίθμητα καί μαζί με αυτά καί οί άγιοι, μαζί καί άγγελοι. Καί μπροστά, μπροστά Στόν θρόνο Τού Χριστού ή Υπεραγία Θεοτόκος μέ τό ωραιότατο ένδυμά της, μέ τό πρόσωπό της φωτεινό έδειχνε τά πνεύματα, κοιτούσε Τόν Χριστό, καί Τού έλεγε: Υιέ μου καί Θεέ μου, γιά όλους αυτούς εγώ μεσιτεύω.  Δέξου τίς φωνές τής αγίας Εκκλησίας σου. Καί τότε όλοι οί νεκροί άρχισαν νά ψάλλουν: Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία….ότι Σωτήρα έτεκες τών ...

Οι κεκοιμημένοι συγγενείς μας ωφελούνται από τις ελεημοσύνες μας.

Εικόνα
 Οι κεκοιμημένοι συγγενείς μας ωφελούνται από τις ελεημοσύνες μας. Κάποιος κτυπάει τήν πόρτα της. Βγαίνει νά δῆ. Ἄ, ἡ κυρά Μαρία! Eἶναι μία ἀπ᾽ τίς γιαγιάδες πού ζητιανεύουν. —Κόπιασε μέσα, κυρά-Μαρία, κάθησε. Ἡ γυναίκα κάθησε στόν πάγκο. —Νά σοῦ ψήσω ἕνα καφέ, μά τί καφέ! Ἀπό καβουρδισμένα καί ἀλεσμένα κουκούτσια χαρουπιοῦ. Ἔχει καί λιγουλάκι ἀληθινό μέσα. Σέ λίγο ὁ παράξενος καφές εἶναι ἕτοιμος. Ἔχει καί λίγες ἐλίτσες καί παξιμάδια ἀπό κουραμάνα. Ἡ γυναίκα ἤπιε τόν καφέ καί ἔφαγε μέ ὅρεξι. Εἶπε χίλια “φχαριστῶ” καί ἔφυγε.  Ἡ Πελαγία βάλθηκε νά κάνη τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ. Τό μεσημέρι ἔνιωσε κουρασμένη καί ξάπλωσε. Τά βλέφαρα βάρυναν καί ἀποκοιμήθηκε. Στόν ὕπνο της εἶδε ὅτι εἶχε βγεῖ ἔξω καί συνάντησε κάπου τό μακαρίτη τόν ἄνδρα της. —Ποῦ πᾶς, Μανώλη μου; Δέν θά ᾽ρθης στό σπίτι νά φᾶς; —Ὄχι, γυναίκα, εἶμαι χορτάτος. Πέρασα ἀπ᾽ τό σπίτι, ἤπια τόν καφέ ἀπό κουκουτσάλευρο καί ἔφαγα τό παξιμάδι μέ τίς ἐλιές. Εἶμαι πλήρης!... (...) Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί ἄλλη φορά. Εἶναι περασμ...