Η θειάκω η Τάτα η καμαροφρύδα, που παράγγελνε να μην κακολογούν και να μην κρίνουν κανένα, που ορμήνευε πως περισσότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι παρά με το ξίδι κι όταν έσμιγε με τα κούτσικα έλεγε κι έλεγε και δεν έβαζε γλώσσα μέσα της κι ανέβαινε η χαρά της κείνες τις λίγες στιγμές σαν τa δαχτυλίδια του καπνού στον ουρανό. Η θειάκω, με το ρυτιδιασμένο σαν σταφίδα πρόσωπο και τα παχουλά σαν φρατζολάκια χέρια. Η θειάκω, που τις μικρές ώρες κρατούσε την αναπνοή της για ν’ ακούσει τα μυστικά που έφερνε ο άνεμος όταν είχε ολόγιομο φεγγάρι και τα αινίγματα του κόσμου όταν έπεφτε η βροχή στα φύλλα και στον τσίγκο της καλύβας και παρακάλαγε τη Μοίρα να μην της έχει γραμμένα άλλα βάσανα κι αν της είχε, νά ’κανε μια αβαρία να τά ’ριχνε στο ποτάμι να τα πάρει το ρέμα. Ήταν χορτασμένη από φτώχεια, από ορφάνια, από σκοτωμούς, από πολέμους κι από τα φαρμάκια όχι μόνο της ζωής που έζησε, μα κι εκείνης που δεν έζησε, εκείνης που γλίστρησε σαν την άμμο μέσα απ’ τα χέρια της και πέρασε. Βάσανα, βά...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου